Μιχαήλ Λέρμοντοφ Σχεδίασμα βιογραφίας

Γεννήθηκε ο Μιχαήλ Λέρμοντοφ, τη νύχτα της 2ας προς 3η Οκτωβρίου 1814, στη Μόσχα. Η μητέρα του Μαρία Μιχαήλοβνα Αρσένιεβα (1795 – 1817) καταγόταν από το ένδοξο γένος των Στολίπιν. Ο πατέρας του Γιούρι Πετρόβιτς Λέρμοντοφ (1787 – 1831), ήταν απόστρατος λοχαγός, μικρός – και πάντως όχι πλούσιος – γαιοκτήμονας από το Κυβερνείο της Τούλα. Όμορφος, με ψυχή αγαθή, ήταν παρόλα αυτά ένας επιπόλαιος και γλεντοκόπος άντρας. Η γειτονία του κτήματός του με εκείνο της μητέρας της Μαρίας Μιχαήλοβνα, Ελιζαβέτας, ήταν η αιτία της γνωριμίας των δύο νέων, οι οποίοι παρά της αντιρρήσεις της μητέρας της νύφης, παντρεύτηκαν και απέκτησαν ένα γιο, τον Μιχαήλ.

Τα πρώτα χρόνια της ζωής του, ο μελλοντικός ποιητής τα πέρασε στο χωριό Ταρχάνι του Κυβερνείου της Πένζα στο κτήμα της γιαγιάς του Ελιζαβέτας Αλεξέγιεβνα Αρσένιεβα. Πρώτοι του δάσκαλοι ήταν ένας Έλληνας που ήταν μάλλον γουνέμπορος, ο οικογενειακός τους γιατρός Άνσελμ Λεβί και ο αιχμάλωτος αξιωματικός του ναπολεόντειου στρατού, Κάπε. Την μεγαλύτερη επίδραση, κατά τους ρώσους βιογράφους του ποιητή, την άσκησε ο Γάλλος Κάπε που του δίδαξε την αντρειοσύνη και το σεβασμό απέναντι στους «ήρωες του χρέους». Μετά το θάνατο του Γάλλου, τη θέση του πήρε ο Σαντρό, Γάλλος εμιγκρές, ο οποίος κατά τον ίδιο τον ποιητή ήταν «ένας Άδωνις εκ Παρισίων που γοήτευσε όλες τις κυρίες και τους κυρίους του Κυβερνείου». Στη συνέχεια ήρθε ο Γούντσον, Άγγλος διδάσκαλος, οποίος τον έφερε σε επαφή με την αγγλική λογοτεχνία και κυρίως τον Μπάιρον, ο οποίος διαδραμάτισε κολοσσιαίο ρόλο στη διαμόρφωσή του Λέρμοντοφ ως ποιητή. Σε τούτο το αγρόκτημα στο χωριό Ταρχάνι, ο ποιητής από τα πρώτα χρόνια της ζωής του άρχισε να παρατηρεί τις εικόνες της αγροτικής ζωής και της φύσης, ενώ από τα πρώτα του ακούσματα,   ήταν τα λαϊκά ρωσικά τραγούδια και οι παραδόσεις για τους δύο ήρωες των αγροτικών εξεγέρσεων στη Ρωσία, τον Στεπάν Ράζιν και τον Εμιλιάν Πουγκατσόφ.

Μετά τον αδόκητο θάνατο της μητέρας του στις 24 Φεβρουαρίου 1817, σε ηλικία μόλις 21 ετών ο πατέρας του που ήρθε σε σύγκρουση με την πεθερά του, εγκατέλειψε το κτήμα, αμέσως μετά τα εννιάμερα από το θάνατο της συζύγου του, προκειμένου ο γιος του να κληρονομήσει από τη γιαγιά του το αγρόκτημα, μαζί με τους περίπου 500 δουλοπάροικους. Ο μικρός Μιχαήλ μεγάλωσε πηγαίνοντας πότε στο σπίτι του πατέρα του και πότε σης γιαγιάς του.

Είναι γνωστή η αγάπη του Μιχαήλ Λέρμοντοφ για τον Καύκασο, οι βιογράφοι του συμφωνούν πως αυτή οφείλεται στα ταξίδια που έκανε στον πανέμορφο αυτό τόπο μαζί με τους συγγενείς του το 1818, το 1820 και το 1825.

Το 1827 μετακόμισε ο Λέρμοντοφ στη Μόσχα. Εκεί ξεκίνησε να ασχολείται με την ποίηση και έγραψε τα πρώτα του ποιήματα «Οι Τσερκέσιοι» και ο «Αιχμάλωτος του Καυκάσου». Ένα χρόνο αργότερα, εγγράφεται στο τέταρτο έτος του οικοτροφείου του Πανεπιστημίου της Μόσχας, (κάτι σαν τα Πειραματικά σχολεία, πριν την κατάργησή τους στην πατρίδα μας), ενώ την αμέσως επόμενη χρονιά τιμάται με δύο βραβεία για την επιμέλεια που δείχνει στις σπουδές του. Στο οικοτροφείο οι σπουδαστές εξέδιδαν χειρόγραφα λογοτεχνικά περιοδικά. Εκεί δημοσίευσε το 1830 το πρώτο του ποίημα με τίτλο «Η ινδιάνα». Είναι η χρονιά που το οικοτροφείο μετατρέπεται σε Γυμνάσιο και ο Λέρμοντοφ το εγκαταλείπει. Το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς ο ποιητής ζει στο κτήμα του αδελφού της γιαγιάς του, Στολίπιν, στο Σερεντίκοβο, όπου ερωτεύεται σφόδρα, μια τοπική καλονή την Ε. Α Σουσκόβα, η οποία όμως του φέρεται σκληρά με αποτέλεσμα να τον πληγώσει βαθιά.

Το διάστημα ανάμεσα στο 1830 και 1832 ο Λέρμοντοφ φοιτά στη Σχολή Ηθικής και Πολιτικής του Πανεπιστημίου της Μόσχας, όπου είχε συμφοιτητές ανθρώπους που σφράγισαν τη λογοτεχνική και πολιτική ζωή της Ρωσίας κατά τον 19ο αιώνα, όπως ο μετέπειτα κριτικός της λογοτεχνίας Β. Γ. Μπελίνσκι, ο Αλεξάντρ Γκέρτσεν, ο Ν. Ο. Ογκαριόφ. Είναι μια περίοδος έντονων λογοτεχνικών αναζητήσεων αλλά και μεγάλων ερωτικών απογοητεύσεων για τον ποιητή. Ωστόσο, στο έργο του «Παράξενος άνθρωπος», του 1831, καταδικάζει τη δουλοπαροικία. Αψίκορος και ορμητικός ο νεαρός Λέρμοντοφ έρχεται σε σύγκρουση με πολλούς από τους συντηρητικούς καθηγητές της σχολής. Η σύγκρουση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να εγκαταλείψει τις σπουδές του στη Μόσχα και να μετακομίσει με τη γιαγιά του στην Αγία Πετρούπολη. Εκεί, θέλησε να εγγραφεί στο Πανεπιστήμιο, υπό την προϋπόθεση ότι θα του αναγνώριζαν τα δύο έτη σπουδών στη Μόσχα, πράγμα όμως που δεν έγινε. Μετά από συμβουλή ενός φίλου του ο Λέρμοντοφ αποφάσισε να σπουδάσει στη σχολή των Υπασπιστών της Φρουράς, όπου κατά δική του ομολογία πέρασε δύο φρικτά χρόνια. Την ίδια περίπου εποχή, άρχισε να φοιτά στην ίδια σχολή ο μελλοντικός του δολοφόνος, Ν. Σ. Μαρτίνοφ, ο οποίος περιέγραφε τον Λέρμοντοφ στο ημερολόγιο του, ως έναν άνθρωπο με βαθιά καλλιέργεια και παιδεία, ο οποίος ήταν κατά πολύ ωριμότερος και ανώτερος των συνομήλικων του. Είναι η περίοδος κατά την οποία ο Λέρμοντοφ κρυφά ασχολείται με το μυθιστόρημα του, «Βαντίμ», όπου περιγράφει κάποιο επεισόδιο από την αγροτική εξέγερση του Πουγκατσόφ. Το 1834 αποφοιτά με το βαθμό του σημαιοφόρου και υπηρετεί στο Σύνταγμα των Ουσάρων στο Τσάρκογιε Σελό, κοντά στην Αγία Πετρούπολη.

Ξεκινάει μια νέα περίοδος στη ζωή του ποιητή, όπου ο ίδιος γίνεται το κέντρο μιας χαρούμενης παρέας νέων ανθρώπων που διασκεδάζουν και χαίρονται τη ζωή. Στα τέλη όμως του 1835 ο Λέρμοντοφ μαθαίνει ότι η Βαρβάρα Λοπούχινα, μια γυναίκα που δεν έπαψε να αγαπάει μέχρι το τέλος της ζωής του, παντρεύεται με τον Ν. Ι. Μπαχμέτιεφ. Είναι η ίδια χρονιά όμως που δημοσιεύεται το πρώτο έργο του ποιητή. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ο Μιχαήλ Λέρμοντοφ ήταν γνωστός ως ποιητής στους κοσμικούς κύκλους της εποχής και μεταξύ των αξιωματικών. Έτσι, ένας συνάδελφός του αξιωματικός, πήρε το διήγημά του, «Χατζή Αμπρέκ» και το έδωσε προς δημοσίευση στον εκδοτικό οίκο «Βιβλιοθήκη για ανάγνωση». Ο ίδιος ο ποιητής θύμωσε πολύ. Ωστόσο, το διήγημα γνώρισε μεγάλη επιτυχία, η οποία δε στάθηκε ικανή να μεταπείσει τον ποιητή να δημοσιεύσει τα ποιήματά του. Το 1835 γράφει τη «Μασκαράτα», ένα διήγημα που καταδικάζει τη κενότητα του αριστοκρατικού τρόπου ζωής και που παρά τις επανειλημμένες διορθώσεις που έκανε προκειμένου να επιτρέψει τη δημοσίευσή του η λογοκρισία, δεν το κατάφερε τελικά.

Οι ρώσοι βιογράφοι του ποιητή, συμφωνούν ότι το δημιουργικό του έργο χωρίζεται σε δύο βασικές περιόδους, την πρώιμη από το 1829 μέχρι το 1836 και την ώριμη από το 1837 μέχρι το 1841. Συμφωνούν επίσης ότι το σημείο καμπής στη ζωή και το έργο του ποιητή ήταν το ποίημα «Ο θάνατος του ποιητή» που έγραψε το 1837, μια οργισμένη αντίδραση στο θάνατο του Α. Σ. Πούσκιν τον Ιανουάριο του 1837. Το τσαρικό καθεστώς εξέλαβε το ποίημα αυτό, ως «επαναστατικό κάλεσμα» και άσκησε ποινική δίωξη κατά του ποιητή. Τον Μάρτιο του 1873 με προσωπικό διάταγμα του τσάρου, ο Λέρμοντοφ μετατίθεται δυσμενώς στο Σύνταγμα Ιππικού του Νίζνι Νόβγκοροντ, το οποίο στάθμευε την εποχή εκείνη στη Γεωργία. Τύχη αγαθή όμως θέλησε να συναντήσει εδώ ο ποιητής τα μέλη της εξέγερσης των Δεκεμβριστών, ενώ η γνωριμία του με εκπροσώπους της γεωργιανής διανόησης εμπλούτισε τους προβληματισμούς τους και παράλληλα τον βοήθησε να εντρυφήσει με το φολκλόρ της περιοχής. Λίγους μήνες αργότερα, στις 11 Οκτωβρίου 1837, μετά από ενέργειες της γιαγιάς του, μετατίθεται στο Σύνταγμα Ουσάρων του Γκοντέσκ που στάθμευσε στο Νόβογκοροντ. Ένα χρόνο αργότερα, κατάφερε να επιστρέψει στο Σύνταγμα της Αυτοκρατορικής Φρουράς στην Πετρούπολη. Είναι η εποχή άνθισης του ποιητικού του ταλέντου, της συναναστροφής του στο λογοτεχνικό σαλόνι της οικογένειας των Καραμζίν, της γνωριμίας του με τον Β. Οντογιέφσκι.

Το δεύτερο μισό της δεκαετίας είναι η περίοδος της ποιητικής ωριμότητας του Μιχαήλ Λέρμοντοφ. Το ποιητικό του έργο χαρακτηρίζεται από ποικιλομορφία ως προς το περιεχόμενο, είναι πλούσιο ως προς τα είδη αλλά και τις φόρμες που υιοθετεί ο ποιητής. Ο Λέρμοντοφ αρχίζει να δημοσιεύει τα έργα του. Από αυτά πολύ μεγάλη επιτυχία είναι το ποίημα «Τραγούδι για τον τσάρο Ιβάν Βασίλιεβιτς», το οποίο δημοσιεύτηκε το 1838, χωρίς αναφορά στον όνομα του ποιητή, επειδή το απαγόρευσε η λογοκρισία. Ο Λέρμοντοφ αρχίζει να συνεργάζεται με το μεγάλο περιοδικό της εποχής του «Πατριωτικές σημειώσεις» και ξεκινάει η φιλία του με τον κριτικό Β. Γ. Μπελίνσκι.

Ο Λέρμοντοφ ορμητικός και παράφορος ζει την κάθε μέρα σαν να ‘ναι η τελευταία. Δε χάνει κανένα χορό της εποχής, κανένα γλέντι. Την Πρωτοχρονιά του 1840 στο χορό μασκαρεμένων στη λέσχη της Συνέλευσης των Ευγενών, ο Λέρμοντοφ είναι το κέντρο της προσοχής πολλών γνωστών κυρίων και δεσποινίδων της εποχής. Ο Τουργκένιεφ, που ήταν παρών, έγραψε αργότερα, πως «στο πανέμορφό του πρόσωπο, διέκρινα μια βαθιά μελαγχολία».

Ένα μήνα αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1840 στο χορό της κόμισσας ντε Λαβάλ, συμμετείχε σε μονομαχία με το γιο του Γάλλου πρέσβη, πράγμα που είχε ως συνέπεια να παραπεμφθεί σε στρατοδικείο και να καταδικαστεί σε εκτόπιση στο Σύνταγμα πεζικού Τενγκίνσκι, στον Καύκασο. Συμμετείχε στη μάχη στον ποταμό Βαλέρικ στην Τσετσενία και προτάθηκε 2 φορές για παρασημοφόρηση, αλλά ο τσάρος μη θέλοντας να δείξει επιείκεια απέρριψε τις προτάσεις του επιτελείου. Τον Φεβρουάριο του 1842 του χορηγείται άδεια λίγων ημερών για να συναντήσει τη γιαγιά του στη Μόσχα.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών της ζωής του ο ποιητής έγραψε μερικά από τα καλύτερα του ποιήματα, την «Πατρίδα», τη «Διαμάχη», το «Φύλλο», τον «Προφήτη». Επιστρέφοντας στην έδρα του συντάγματός του, έμεινε για λίγες ημέρες στο Πιατιγκόρσκ, όπου συνάντησε μια μεγάλη παρέα νεαρών παλιών του γνώριμων. Στην παρέα αυτή υπήρχε μία νεαρή κοπέλα η Εμιλία Αλεξάντροβνα Βερζίλινα, γνωστή και ως «Ρόδο του Καυκάσου», την οποία πολιορκούσαν ερωτικά σχεδόν όλοι οι νεαροί της παρέας. Στην ίδια παρέα συμμετείχε και ο απόστρατος ταγματάρχης και παλιός συμμαθητής του Λέρμοντοφ Μαρτίνοφ, ο οποίος ήταν εριστικός και ήθελε πάντα να βρίσκεται στο κέντρο της προσοχής των άλλων. Ο καυγάς μεταξύ του ποιητή και του παλιού του συμμαθητή δεν άργησε και στη μονομαχία που ακολούθησε, ο ποιητής σκοτώθηκε.

Παρά το γεγονός ότι οι φίλοι του κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες, η κηδεία του Λέρμοντοφ δεν έγινε με το εκκλησιαστικό τυπικό, εξαιτίας του τρόπου θανάτου του. Η επίσημη ανακοίνωση έλεγε: «Στις 15 Ιουνίου, περί την 5η απογευματινή ώρα, ξέσπασε μεγάλη θύελλα με βροντές και κεραυνούς. Εκείνη την ώρα μεταξύ των πόλεων Μασούκ και Μπεστάου κατέληξε ο ευρισκόμενος για αποθεραπεία στο Πιατιγκόρσκ, Μιχαήλ Γιούρεβιτς Λέρμοντοφ. Η κηδεία του ποιητή έγινε στο νεκροταφείο του Πιατιγκόρσκ, στη συνέχεια όμως τα λείψανα του μεταφέρθηκαν στο Ταρχάνι, όπου και αναφέρθηκε μνημείο προς τιμή του.

Η θέση του Μιχαήλ Γιούρεβιτς Λέρμοντοφ στη ρωσική λογοτεχνία, κατά κοινή ομολογία είναι κεντρική, αφού θεωρείται ως συνεχιστής και διάδοχος του Αλεξάντρ Σεργκέγιεβιτς Πούσκιν. Είναι η εποχή όπου εκδηλώθηκαν οι επαναστατικές διαθέσεις των Ρώσων ευγενών μετά την ήττα της εξέγερσης των Δεκεμβριστών , το 1825.

 Σειρά: Βόρειο Σέλας

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s