Πάνου Νιαβή Ο μαύρος κότσιφας στο χιόνι

ΕξώφυλλOSDEL

Ο μαύρος κότσυφας στο χιόν»

της Άννας Ρωμανού

Έτσι τιτλοφορεί την ποιητική του συλλογή ο Πάνος Νιαβής . Ο μαύρος κότσυφας που σαστίζει, διαμαρτύρεται ,φωνάζει ή προσεύχεται. Κι ο ποιητής αναρωτιέται «σε ποιο σκοτάδι χάθηκε του κότσυφα το μαύρο δίκιο…» Ο ποιητής μοιάζει σαν να εξορύσσει, μεθοδικά και πεισματικά, το πολύτιμο μετάλλευμα της μνήμης. Από τη μνήμη ,από τα εκπληρωμένα ή ανεκπλήρωτα όνειρα , από την παιδική ηλικία, από τη ματαιωμένη ιδεολογία, από τον έρωτα, αντλεί κυρίως τη θεματική του. Ο χρόνος «τα καταπίνει όλα», απηνής και δυναμώνει τον νόστο για εποχές άλλες καθαρές , αμόλυντες, ελπιδοφόρες όπου όλα έμοιαζαν εφικτά. Περίκλειστος από το καταπιεστικό αστικό τοπίο ο ποιητής ανακαλεί βιώματα που αφορούν τη ζωή του ως παιδί στην φύση. Ο ποιητής θυμάται, διαλέγεται με την παιδική του ηλικία και συνομιλεί με τις μνήμες και τον τόπο του.

Η καθημερινή φροντίδα για την βιωτή , σκληρή ,τραχιά , αφήνει αμείλικτα τα σημάδια της , την απαλύνει μόνο ο Έρωτας:

«Το στερέωμα της βιωτής τραχύ
σαν πέτρα που την τορνεύει
η κατάφαση του Έρωτα»

Παρότι η φθορά που επιφέρει η καθημερινότητα στη φυσική και πνευματική υπόσταση του ανθρώπου μέσα στο διάβα των χρόνων απασχολεί τον ποιητή , δεν υπονομεύει την αισιοδοξία, την καθαρότητα, την σχεδόν παιδική αγνότητα της ματιάς του στα πράγματα: «Στα σύνορα της φενάκης, πάντα θα χαράζει η ελπίδα». Όμως τα βουνά των Αγράφων έχουν διαμορφώσει μια παιδιόθεν ανήσυχη φύση, γεμάτη υπαρξιακές αγωνίες που μόνο η ομορφιά και πολυπλοκότητα του τοπίου κι ο έρωτας μπορούν να απαλύνουν. Το εφήμερο της ύπαρξης γεμίζει αγωνία τον ποιητή, που παρότι φύσει αισιόδοξος, κάποιες στιγμές κατακλύζεται από την μελαγχολική επίγνωση του πεπερασμένου της ύπαρξης: «Τα χρόνια κύλησαν ή ξοδεύτηκαν ασυλλόγιστα» «Η αθωότητα γέρασε σε ιδιωτικά άσυλα. Βραδιάζει πάλι, η άνοιξη ενιαύσιο επεισόδιο».

Το εφήμερο της ζωής δεν είναι η μόνη βαθιά πληγή που αφήνει ο αδηφάγος χρόνος στις ανθρώπινες υπάρξεις. Είναι επιπλέον η απώλεια της αθωότητας, η έκπτωση της αγνότητας, της φυσικότητας, της ψυχικής καθαρότητας κι αυθορμησίας. Γι’ αυτό ο ποιητής ανατρέχει στις παιδικές μνήμες και στη φύση που μένει αναλλοίωτη και ατόφια, σαν παραμυθία. Η φύση διασώζει, διδάσκει, συντροφεύει, γαληνεύει τον ποιητή. Είναι και κάτι ακόμα, μια άλλη πληγή που τον πονά: οι καθημερινότητα με τις διαρκείς μέριμνες μας κάνουν να προσπερνάμε τη ζωή, το μεγαλείο, την ομορφιά της. Δε μας αφήνει να χαρούμε τη στιγμή: «Έτσι γρήγορα τελειώσαν οι ζωές μας, σε συνωστισμό από χαρμολύπες. Μα αλλότριες ασχολίες δε μας άφησαν να το αντιληφθούμε ολόκληρη τη διαδρομή προς το αναπόφευκτο τέλος».

Η ζωή κι ο κύκλος της είναι ούτως ή άλλως: «Ένα πελώριο ερώτημα οντολογίας, για όσους έχουνε ασώματο συγκάτοικο, την πτύχωση κάθε θνητού: τον Θάνατο», «Όλοι πορευόμαστε μόνοι στη ζωή και στον θάνατο, γνωρίζοντας πως κανείς δε γλύτωσε το πέρασμα απ’ τα στενά της Σκύλας και της Χάρυβδης». Θα ‘λεγε κανείς πως όλα γίνονται ερήμην μας αφού τελικά κανείς δε γλύτωσε. «Τελικά ο χρόνος τα καταπίνει όλα για να γεμίσει το εύρος του κενού του», Δυσοίωνο το μέλλον και το παρελθόν είναι μια μισογκρεμισμένη εκκλησία».

Όμως σ’ αυτή τη μισογκρεμισμένη εκκλησία –τη μνήμη -καταφεύγει συχνά ο ποιητής, μνημονεύει τους νεκρούς του, τους έρωτές του, τους φίλους του… Συντροφεύεται από μνήμες ιαματικές, οικείες , γεμάτες θαλπωρή και τρυφερότητα.

«Οι γυναίκες πηγαινοέρχονταν στην κουζίνα αμίλητες
ένας σκύλος γαύγιζε τα ανείπωτα που τριγύριζαν
τα παιδιά ανέμελα συνεχίζαμε το παιχνίδι
νομίζαμε πως είχαμε κληρονομήσει την αιωνιότητα»

«Η παιδική απορία αμετάφραστη ενταφιάστηκε στα ανείπωτα» και «τα ανείπωτα των ανθρώπων, πάντα βρίσκουν χρόνο μα και τόπο να ακουμπήσουν και να ξαποστάσουν». Και οι παιδικές μνήμες στο ορεινό τοπίο τω Αγράφων είναι ο τόπος που ακουμπά ο ποιητής για να ξαποστάσει.

Η μητέρα, μια τόσο κοντινή απουσία, γίνεται σημείο αναφοράς και ορόσημο μνήμης. Συγκλονιστική η ποιητική στιγμή όπου οι κυρτές βουνοκορφές των Αγράφων παρομοιάζονται με τη σκυμμένη πλάτη της μάνας του ποιητή , τις ατέλειωτες ώρες που θέριζε στις πλαγιές. Κι άλλοτε πάλι, η μνήμη πονά: «Σα να ήσουν βυθισμένη μέσα στην έξαψη δυο πυρκαγιών, θυμάσαι μητέρα; είδα τα μάτια σου να κ(λ)αίνε, και το πρόσωπό σου σαν βασανισμένο επιμύθιο πόνου. Κάτι πήγε να πει το παιδί που υπήρξα κάποτε μα με μια αόριστη κίνηση το απέτρεψες». Η μάνα, η φύση, οι παιδικές μνήμες όλα αυτά που είναι η πατρίδα του καθενός από μας, γίνονται συλλείτουργο αϋπνίας και μαζί με τους νεκρούς αποτελούν το προσωπικό εικονοστάσι στην ευαίσθητη ψυχή του ποιητή.

Η αγάπη, ο έρωτας καταργούν τα σύνορα του «υπάρχω –δεν υπάρχω» που ως διακύβευμα και οντολογικό ερώτημα ταλαιπωρεί τη φιλοσοφική υπόσταση του ποιητή και απαλύνει, αμβλύνει, λαξεύει κάθε τραχιά πτυχή. Στην Αλκμήνη «που ξορκίζει κάθε εφιάλτη» απευθύνει τον λόγο συχνά, συνομιλεί αέναα.

«Υπάρχει πολύ ξενιτειά στην ψυχή μου και καταλαγιάζει, επειδή Υπάρχεις» .
«Το πάμφωτο της Αγάπης «είναι», ξορκίζει το φόβο, το Χώμα και το μαύρο χιόνι».

Οι παλιοί φίλοι, ο πατέρας πεθαμένος από καιρό πια, οι παλιές αγάπες, οι κιτρινισμένες φωτογραφίες πλουτίζουν και δίνουν σάρκα και οστά στη μνήμη.
Η ιδεολογική ματαίωση , η χαίνουσα πληγή που άνοιξε ο πόλεμος κι ο εμφύλιος, ο φόβος, η στέρηση, οι εφιάλτες ξυπνούν , γίνονται ολοζώντανοι :

Και η τρυφερή παρακαταθήκη –εξομολόγηση: «Η χλαίνη του πατέρα σε καθήλωση -κρεμασμένο σκιάχτρο στην αυλή- το πιο αθώο απομεινάρι εμφυλίου»

«κάτισχνος, θλιμμένος από άλλες εποχές
και με τη λαλιά κομμένη μες τη σιγή
επέστρεψε από τον πόλεμο ο νεκρός πατέρας».

«Έκτοτε αγοράζω πανωφόρι δύο νούμερα μεγαλύτερο
για χωρούν και να ξεγελιούνται πως ζεσταίνονται
οι ξεπαγιασμένες μέρες του πολέμου του
κι ο μοναχικός γυρισμός του ηττημένου πεζοπόρου
σπίτι, απ τα μακρινά βουνά της Αλβανίας».

Ανάμεσα στις ματαιώσεις του ποιητή κι οι ιδεολογικές διαψεύσεις των οραμάτων του. Δε διστάζει να αυτοσαρκαστεί με παρρησία : «Κι οι θαυματοποιοί θα πριονίζουν αλυσίδες , νομίζοντας πως γκρεμίζουν δομές συστημάτων, μ’ έναν κρότο σα να παλεύει η λέξη μαρξισμός με το κρυφό νόημά της».
Μοιάζει «σαν το βουδιστή που ζούσε το ΄36 εξόριστος στη λίμνη Βαϊκάλη. Δαρμένος από ανέμους , τον Στάλιν, την ιστορία, μα προπάντων από τη Βία του χρόνου»…

Ωστόσο δε συγχωρεί στον εαυτό του, αυτός –εραστής του ουσιαστικού, του αληθινού, του αμόλευτου από προσμείξεις κι επιφάσεις , ότι ενίοτε ένιωσε να συμβιβάζεται με την απηνή καθημερινότητα και τον κομφορμισμό ενός μικροαστικού τοπίου που του γεννούσε ασφάλεια:

«Περπάτησε αγνώστους δρόμους και διέσχισε σκοτεινές θάλασσες
σφυρηλατημένος με ενόραση: διαλεκτική δομή υπερδομή κατανομή.
Εριστικός νόμιζε πως γκρέμιζε ακλόνητες δομές συστημάτων,
ηλίθιος συντάχτηκε , κλήθηκε, μηρύκασε κι η πόρτα πάντα αριστερά.
Διατεταγμένος: οικογένεια, κατοικία, θηλιά, εχθρευόμενος τα περιττά.

Με το τακούνι συνέθλιψε το ουσιαστικό την καταγωγή και την ταυτότητα,
λαμπρός μικροαστός σφηνώθηκε στα σύγκλινα σκοτεινών διαδρομών.
Κι αυτός που περνάει λυπημένος στη νυχτερινή ρούγα των ονείρων του
είναι ο προδομένος του εαυτός που ήθελε να ήταν και δεν…»

Ωστόσο, ο ίδιος «ρακοσυλλέκτης αλλοτινών καιρών» δίνει την συμβουλή –επιμύθιο :

«Να είσαι πηδαλιούχος του εαυτού σου».

Συμβουλή που πάντα κράτησε παραμένοντας ατόφιος, ανόθευτος, αληθινός.

Και εν τέλει παρότι ευαίσθητος δέκτης και πομπός λεπτών ψυχικών στιγμών και συνειδοποιήσεων, παραμένει μαχητής και δυνατός αν και μοναχικός οδοιπόρος, γίνεται συνταξιδιώτης του καθενός από μας κοινωνώντας μας τόσο εύστοχα, τους κοινούς φόβους και τις κοινές λαχτάρες όλων μας: Το φόβο για το πέρασμα του χρόνου και την ανηλεή φθορά που επιφέρει σε ανθρώπους, σε στιγμές, σε πράγματα κι αισθήματα. Το φόβο για το θάνατο και την αμετάκλητη απώλεια. Τη νοσταλγία για την παιδική ηλικία, την ανέμελη θαλπωρή που την περιέβαλλε, καθώς και την μνήμη του τοπίου που αποτελεί την παντοτινή ψυχική πατρίδα του καθενός και δεν είναι άλλη από αυτή που μας ανέθρεψε, μας ωρίμασε, μας χάρισε τα πρώτα σκιρτήματα αυτοεπίγνωσης. Τέλος την ερωτική επιθυμία, την ερωτική λαχτάρα, την ερωτική λατρεία και αφοσίωση, την ερωτική απώλεια, την ερωτική μνήμη που υπάρχει και θα υπάρχει εις πείσμα των συνθηκών. Και εν τέλει την προσευχή, την νοσταλγία σε όλες τις διαστάσεις, την επίκληση σε κάθε τι που ονειρεύτηκε, που πόθησε, που λάτρεψε, που χάραξε ανεξίτηλα τα σημάδια του στα κύτταρα της μνήμης.

«Πρέπει να ζήσουμε γιατί θάνατος είναι η Ήττα,
πράξη αφαίρεσης που δίνει αποτέλεσμα μηδέν.
Λιποταξία κι αφανισμός, επέκεινα κι ανυπαρξία».

Και η ποίηση είναι ένας από τους τρόπους άμυνας, ο προαιώνιος τρόπος άμυνας όλων των εξαιρετικά εναργών λεπταίσθητων ανθρώπων:

«Αυταπάτη η ποίηση κι εγώ Αλκμήνη μου ένα σκοτεινό ζώο σε μια Πόλη
αόρατης ομίχλης δοκιμάζω τις αντοχές μου να φορέσω δαχτυλίδι στις λέξεις: παρτίδες επισφαλούς Βίου»

Όμως παρόλα αυτά μας αφήνει ως παρακαταθήκη μια ανεκτίμητη αναζήτηση ποιότητας και συγκίνησης και μια βαθιά αισιόδοξη αίσθηση ότι μπορούμε να νικήσουμε με αυτήν την αναζήτηση , όλο το έρεβος που καιροφυλακτεί .

«Γιατί η Ύπαρξη είναι η καλύτερη στιγμή μας
Μια σύντομη Αφήγηση κεριού αναμμένου
ανάμεσα σε δυο αιωνιότητες ερέβους …»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s