Μαρίνα Τσβετάγιεβα: Ένα πλάσμα ακραίας ευαισθησίας

ΕξώφυλλοΤσαταγεβα sosial media

της Πωλίνας Γουρδέα
Μία από τις σημαντικότερες ρωσίδες ποιήτριες του 20ου αιώνα, τη Μαρίνα Τσβετάγιεβα, συστήνει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ο Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης με τη μετάφραση του βιβλίου της Η Ιστορία μιας αφιέρωσης από τις εκδόσεις s@mizdat 2014. Το βιβλίο αυτό, όπως λέει και ο τίτλος του, αποτελεί μία αφιέρωση στη ιδιόμορφη σχέση που είχε η ποιήτρια με τον ποιητή Οσίπ Μαντελστάμ. Όπως αναφέρει ο Τριανταφυλλίδης στο εισαγωγικό σημείωμα της έκδοσης αυτοί οι δυο σχημάτιζαν ένα ποιητικό ζευγάρι, εμπνέονταν ο ένας από τον άλλον, έγραφαν ποιήματα και τα αφιέρωναν ο ένας στον άλλον. Υπήρξαν και οι δύο μεγάλες μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας που άφησαν ανεξίτηλα τα ίχνη τους στο χρόνο.
 
Η Μαρίνα Τσβετάγιεβα γεννήθηκε στη Μόσχα το 1892. Ο πατέρας της Ιβάν Βλαντιμίροβιτς Τσβετάγιεφ διετέλεσε καθηγητής της Ιστορίας και ήταν ιδρυτής του Μουσείου Αλέξανδρος ΓΔ (σήμερα γνωστό ως Μουσείο Καλών Τεχνών Πούσκιν). Η οικογένειά της ανήκε στις επιφανέστερες της προεπαναστατικής Ρωσίας. Το 1908 η ποιήτρια σπούδασε λογοτεχνία στη Σορβόννη. Το 1910 εξέδωσε την πρώτη συλλογή της Βραδινό άλμπουμ. Το 1912 παντρεύτηκε τον αξιωματικό Σεργκέι Γιακόβλεβιτς Εφρόν και απέκτησαν δύο κόρες. Το 1914 ο Εφρόν κατετάγη εθελοντής στο μέτωπο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και το 1917 στον Στρατό των Λευκών με τον οποίον πολέμησε εναντίον των μπολσεβίκων. Η Τσβετάγιεβα έζησε μακριά από τον άνδρα της στη Μόσχα από το 1917 ως το 1922, όπου έγραψε έξι έμμετρα θεατρικά έργα. Το ξέσπασμα του λιμού στη Μόσχα το 1920 της στερεί τη μια της κόρη, η οποία πέθανε μέσα σε ένα ίδρυμα από την πείνα και η ίδια δεν ξεπέρασε ποτέ τις τύψεις για τον θάνατό της. Τον Μάιο του 1922 η ποιήτρια αναχώρησε από τη Σοβιετική Ενωση μαζί με την κόρη της Αριάδνη και συνάντησαν τον Εφρόν στο Βερολίνο. Την ίδια χρονιά το ζευγάρι μετέβη στην Πράγα. Παρόλο που η Τσβετάγιεβα ήταν παντρεμένη με τον Εφρόν η εκρηκτική της προσωπικότητα της επέτρεπε να διατηρεί σχέσεις και με άλλους, όπως τον ποιητή Οσίπ Μαντελστάμ, την ποιήτρια Σοφία Παρνόκ, τον πρώην αξιωματικό Κονσταντίν Μπεσλάβοβιτς Ρόζεβιτς, την ηθοποιό Σοφία Εβγκένιεβνα Χολιντέι και φυσικά την εξ αποστάσεως σχέση της με τον Παστερνάκ. Η αλληλογραφία τους αποτελεί καθαρή απόδειξη της βαθιάς μεταξύ τους σχέση, αλλά και τη σημαντικότερη ποιητική των αισθημάτων που συναντά κανείς στη λογοτεχνία του 20ού αιώνα. To 1924 γεννιέται ο γιος της. Η Τσβετάγιεβα θέλει να του δώσει το όνομα του Παστερνάκ και να τον ονομάσει Μπορίς, όμως ο Εφρόν την εμποδίζει. Το 1939 επέστρεψε με τον γιο της στη Σοβιετική Ενωση κι εκεί παίχτηκε και η τελευταία πράξη του δράματος. Ο Εφρόν εκτελέστηκε για κατασκοπεία το 1941 ενώ η κόρη της Αριάδνη πέρασε οκτώ χρόνια στη φυλακή. Η Τσβετάγιεβα αυτοκτόνησε την ίδια χρονιά στην πόλη Γιελαμπούκα, όπου σήμερα βρίσκεται και το Μουσείο Τσβετάγιεβα.
 
Κανείς δεν ξέρει που βρίσκεται θαμμένη η σημαντική αυτή μορφή των γραμμάτων, αλλά το ίδιο συνέβη και με τον Οσίπ Μαντελστάμ. Ο Μαντελστάμ υπήρξε άνθρωπος – γρίφος, τα ποιήματά του αναδεικνύουν το στοιχείο της πνευματικότητας απαλλαγμένο από κάθε μορφή πολιτικής γραφής. Εξάλλου τον χαρακτήρισαν φυγάδα του εσωτερικού που τον αφορούσε μονάχα η ποίηση που τον έτρεφε. Ελεύθερο και ανυπότακτο πνεύμα. Ανήκε στο κίνημα των Ακμεϊστών μαζί με τον Γκουμιλιόφ και την Αχμάτοβα. Στο έργο του κυριαρχούσε η μουσικότητα και ο ρυθμός. Πέθανε σε ένα στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων στη Σιβηρία. Η Ιστορία μιας αφιέρωσης είναι ένας πολύχρωμος καμβάς σχέσεων που αναπτύχθηκαν μεταξύ αυτών των τραγικών προσώπων κατά τη διάρκεια της σταλινικής τρομοκρατίας. Η δημιουργική έλξη μεταξύ των δύο αυτών ποιητών αποτυπώθηκε σε ένα βιβλίο αφιέρωση που περιγράφει όσα απασχολούν μια ποιητική ψυχή όπως αυτή της Μαρίνας Τσβετάγιεβα.
 
Η ποίηση είναι η γλώσσα των θεών! Αυτό κανείς δεν το επανέλαβε, αυτό το είπαμε όλοι μαζί και ο καθένας χωριστά, ξανά και ξανά. Ένα κοριτσάκι τριών ετών, έχοντας ακούσει για πρώτη φορά ένα ζωντανό ποιητή, ρώτησε τη μητέρα του: «Είναι ο Θεός που μιλάει;» Το κοριτσάκι δεν καταλάβαινε τίποτα, αφού ο ποιητής δεν τραγουδούσε. Ο ποιητής μιλούσε, μόνο που μιλούσε διαφορετικά και αυτό το διαφορετικά ήταν που υποχρέωσε το κοριτσάκι να σωπάσει. Το κοριτσάκι αναγνώρισε την θεότητα. (σελ. 73)
 
Από τη φωτιά των κειμένων, την καταστροφή ή τη διαφύλαξη των χειρογράφων, το λευκό που μετατρέπεται σε μαύρο, τη στάχτη η Τσβετάγιεβα περνά και καταγράφει τη σκέψη της γύρω από την έννοια του ανήκειν και του χρόνου. Ο γάμος μιας φίλης της και οι λευκές σελίδες περιπλέκονται δημιουργικά ξετυλίγοντας μπρος στα μάτια του αναγνώστη την βαθιά αναστοχαστική σκέψη και τη φιλοσοφική διάθεση απέναντι στη ζωή που διακατείχε την ποιήτρια. Το δέος της λευκής σελίδας και η αγάπη για τα τετράδια γίνονται οι αφορμές για να θυμηθεί η Τσβετάγιεβα τη δική της ιστορία. Έπειτα έρχεται η ανάμνηση της ντροπής από την παιδική ηλικία όταν στο οικογενειακό τραπέζι διαβάστηκε ένα ποίημα της χωρίς τη συγκατάθεση της.
 
Εγώ όμως – κόκκινη σαν παπαρούνα, τρομαγμένη και ντροπιασμένη χτύπησα και άρχισε να τρέχει αίμα από τα φρύδια μου, πάνω από τα δάκρυα που δεν είχαν ακόμα στεγνώσει – στην αρχή σωπαίνω, μετά ουρλιάζω: – Εκεί – μακριά! Εκεί – εκεί! Είναι ντροπή να κλέβετε το τετράδιό μου και μετά να γελάτε! (σελ. 19)
 
Το κείμενο Πόλη Αλεξαντρόφ. 1916. Καλοκαίρι είναι μια ημερολογιακού τύπου καταγραφή των περιπάτων με τον Μαντελστάμ. Η θύμηση της παρουσίας του καταγεγραμένη με ακριβείς λεπτομέρειες δίνει την εντύπωση πως στη ψυχή της Τσβετάγιεβα το αποτύπωμα του ποιητή είχε χαραχτεί βαθιά, όπως βαθιά νιώθει η καρδιά.
 
Αφήνοντας τον Μαντελστάμ τρέχω, στην ίδια τροχιά με το τραίνο και τις φράσεις. Τέλος της αποβάθρας. Στύλος. Μένω σαν στήλη κι η ίδια. Δίπλα μου περνούν τα βαγόνια: όχι αυτό, όχι αυτό, αυτό. Κουνάω το χέρι μου όπως έκανα χτες μαζί του, χαιρετώντας τους στρατιώτες. Κουνάει το χέρι του. Όχι το ένα αλλά και τα δύο μαζί. Γυρίζει την πλάτη του! Μαζί με το σφύριγμα του τραίνου ακούγεται μια κραυγή: Δεν θέλω να πάω στην Κριμαία! (σελ. 46)
 
Το κείμενο Υπερασπίζοντας το παρελθόν είναι μια απάντηση στην βιογραφία του Μαντελστάμ και στη διαμονή τους στο Κοκτεμπέλ. Αναμνήσεις πλεγμένες με στίχους του Μαντελστάμ υποδηλώνουν την ιδιαιτερότητα αυτών των δύο προσωπικοτήτων που συνδέθηκαν με έναν δεσμό που συμβαίνει μόνο σε πλάσματα όμοια μεταξύ τους. Και λέγοντας όμοια εννοώ το συνδετικό εκείνο στοιχείο που κάνει τη μια ψυχή να σκιρτά στη θέα της άλλης. Φυσικά και αυτό αποτελεί μία αναγνώριση που στο βιβλίο της Τσβετάγιεβα γίνεται προφανής.
 
Αν δεν υπήρχε ο Μαντελστάμ το καλοκαίρι του 1916, εγώ θα είχα επινοήσει τον Μαντελστάμ το καλοκαίρι του 1916. Θα ήταν η καθημερινότητα μου μέσα στην οποία έγραψα την ποίησή μου. (σελ. 68)
 
Τέλος στο κείμενο Η απάντησή μου στον Οσίπ Μαντελστάμ η ποιήτρια ολοκληρώνει την ιστορία αυτής της περίπλοκης συνάντησης. Έχοντας αμφιθυμικά συναισθήματα απέναντι στον Μαντελστάμ η ίδια αναρωτιέται πως μπορεί ο μεγάλος ποιητής να είναι μικρός άνθρωπος. Αναγνωρίζει όμως, στον ποιητή τη μεγαλοφυΐα της γραφής του η οποία διαποτίζει υπέροχα κάθε του στίχο. Η Ιστορία μιας αφιέρωσης είναι ένα βιβλίο καταγραφής δύο πολύ σημαντικών λογοτεχνικών προσώπων. Δύο μεγάλων ποιητών που συναντήθηκαν εν ζωή, αλλά συνομιλούν και μετά το θάνατό τους για πάντα.

Δίχως πίστη στης ανάστασης το θαύμα
Κάναμε βόλτες στο νεκροταφείο.
Ξέρεις, παντού η γη
Τους θάμνους εκείνους μου θυμίζει.
Οσίπ Μαντελστάμ

Δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό Fractal στις 28/10/2015

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s